Πρόσεξε (με)…

Πρόσεξε!

Μην πάθεις τίποτα,
θα περιμένω σε κάποια γωνία,να σταματήσει η βροχή,
να σβήσει η φωτιά,
να νικήσουμε τίμια.
Ας μην παίξουμε στρατηγικά εμείς,
δεν μάθαμε έτσι κι αλλιώς να πολεμάμε.

Πρόσεξε!

Δεν είμαι εγώ η ασπίδα,
εγώ είμαι ο γκρεμός.
Και σαν γκρεμός
έμαθα να τραβάω στο τίποτα ύπουλα.

Πρόσεξε!

Να είσαι καλά,
να σηκώνεσαι,
να αντέχεις,
κάποιος κάπου σ’ αγαπάει
και πολεμάει,
αυτός ο κόσμος να είναι για όλους μας
και δίνεται,
στο τίποτα,
για να πάρει μια μέρα ευτυχίας,
για σένα.

Που είναι οι ποιητές;
Οι ποιητές μιλάνε όταν όλοι σωπαίνουν.
Οι ποιητές γελάνε μέσα στη δυστυχία.
Οι ποιητές κλείστηκαν στα σπίτια τους,γιατί μπροστά στο πόνο όλοι κάπου κλείνονται.
Οι ποιητές σώπασαν,
γιατί μπροστά στο θόρυβο των όπλων όλοι είμαστε άοπλοι,
μπροστά στο θάνατο όλοι είμαστε πολύ λίγοι.
Πάψαμε να νικάμε τους δαίμονές μας,
απλά με ένα στυλό και ένα χαρτί.
Δεν γράφω, δεν μιλάω.
Παρακολουθώ μουδιασμένη και μετέωρη.
Βρίσκομαι ανάμεσα στα βυθισμένα κορμιά,
στα δάκρυα τους,
στο φαγητό που μοιράζονται,
στο αιώνιο ταξίδι.

Κλείνουν οι ποιητές τα μάτια;
Τα κλείνουν, όταν δεν τους κοιτάνε.

5/02

4c00f23492f9e1654344ce9bc9cb2179.jpgΚοιτάζω χαμηλά όταν μιλάω για αγάπη,
γιατί δεν ξέρω,
αν είναι σωστό να αγαπάω
όπως εγώ το νιώθω και το έχω μάθει.
Σκύβω το κεφάλι,
σε όλους όσους προσπαθούν να αγαπάνε
και δίνονται ολόκληροι
σε αυτή τη τεράστια προσπάθεια
να μείνουν ζωντανοί.
Κατεβάζω το βλέμμα όταν είμαι δίπλα σου,
γιατί είσαι ολόκληρος η ύστατη προσπάθεια
να νιώσω ζωντανή
να νιώσω ότι μπορώ και ξέρω
να είμαι σωστή
για εσένα, για εμάς.
Κοιτάζω μακριά όταν σου μιλάω,
γιατί ντρέπομαι να σε κοιτάξω στα μάτια.
Μιλάω συνέχεια όμως
και δακρύζω συνέχεια.
Όλα ξέρω να τα πω,
αλλά αυτή η ανάγκη μου για βοήθεια,
βγαίνει μόνο υγρή από μέσα μου
σαν ποτάμι
και τους παρασέρνει όλους.
Είδες, δεν ξέρω πώς γίνεται,
να είσαι χείμαρρος,
αλλά να μην είσαι επικίνδυνος.
Τουλάχιστον προσπαθώ, έτσι δεν είναι;

Σου απλώνω τα χέρια,
θέλω να σου δείξω,
ότι είναι όλα δύσκολα όταν παλεύεις
με τον εαυτό σου.
Σου απλώνω τα χέρια,
με ένα περίστροφο
και ξέρω πως ίσως σκοτωθούμε και οι δύο
αλλά μη φοβάσαι
έτσι πέθαινα κι εγώ μέρα με τη μέρα,
στην ιδέα και μόνο ότι το κρατάω.
Αν νικήσεις την  ιδέα
κερδίζεις τη ζωή.

Σου κλείνω τα μάτια,
να μην δεις ότι κι εγώ,
να μην δεις τους ανθρώπους να πονάνε,
να μην δεις τις πληγωμένες αγάπες,
να μην δεις τα δάκρυα που ίσως χυθούν και σήμερα,
να μην δεις το άγχος,
τον πόνο,
τη φτώχεια τον ανθρώπων.
Σου κλείνω τα μάτια,
για να νομίζεις ότι τον αλλάξαμε κιολας τον κόσμο.
Αλλά εγώ δεν τα κλείνω ποτέ.
Δεν κοιμάμαι ποτέ.
Γιατί ακόμα δεν έχω προλάβει
και πρέπει να κάνω κάτι
απλά για να πω πως έζησα.
Μόνο για να έχω κάτι χειροπιαστό
που να επιβεβαιώνει πως δεν παρασιτούσα,
πως βοήθησα,
τα επόμενα μάτια να κλείνουν από μόνα τους,
να κοιμούνται ήσυχα,
να ξέρουν πως τα αγάπησα.

Σε καρφώνω με το βλέμμα,
όταν ο κόμπος έχει φτάσει στο λαιμό.
Για να μοιραστούμε λίγο από το άγχος
του «δεν πάει άλλο».
Παίρνω αργά- αργά τα χέρια μου,
από τα μάτια σου,
για να μην σε τρομάξω.
Και βαδίζω ελαφριά,
σαν τη γάτα
που δεν θέλει να την καταλάβουν.
Ένα βήμα τη φορά.
Γιατί πρέπει και να προσέχω,
να ζω και αύριο
να είμαι καλά
για να μάθω να σε αγαπάω καλύτερα.

Ικετεύοντας

Με κοίταξες με δυο μάτια γεμάτα παράκληση.
Με κρατούσες από τα χέρια, όχι για να με πας κάπου,
αλλά σαν να ήθελες να με τραβήξεις μέσα σου.
Τραβιόμουν πίσω τρομαγμένη,
γυρνούσα τη πλάτη μου για να μην βλέπω το πρόσωπό σου
βουτηγμένο σε παρακάλια.
Πρώτη φορά που ένας γονατισμένος ικέτης με κοιτούσε στα μάτια,
κατευθείαν στα μάτια
και έκανε το σώμα μου, να μοιάζει επίσης γονατισμένο.

Αγκαλιαζόμασταν, αγγίζαμε ο ένας τα χέρια του άλλου,
αμήχανοι και σκεπτικοί.
Μάθαμε να σηκωνόμαστε.

Αλλά είναι βαρύ,
να κουβαλάς μισό τον εαυτό σου στη πλάτη
και τον υπόλοιπο να τον ποδοπατάς για να βγει πιο εύκολα
ο δύσκολος δρόμος που έχεις μπροστά.
Είναι αβάσταχτο, να παίρνεις στα χέρια
ότι μένει από εσένα
ξέροντας ότι θα αργήσεις να φτάσεις
ξέροντας πως σε περιμένουν στο τέλος του δρόμου
γεμάτοι προσδοκίες.

Κοιτάζω μια την άκρη του δρόμου,
μια εσένα
και παλεύω να βρω που πρέπει να φτάσω.
Τα μάτια σου ακόμα με κοιτάζουν, χωρίς να παρακαλάνε πια
αλλά προσδοκώντας.
Και πάνω που σηκώθηκα,
τώρα βρίσκομαι μόνη με τα χέρια απλωμένα
και το στώμα βουλομένο πια από τις τόσες εξηγήσεις
που έδινα στους άλλους για την αργοπορία μου.

Δεν μπορούσα να εξηγήσω τώρα,
ότι για εσένα αργούσα,
για εσένα προσπαθούσα,
για εσένα ήμουν μόνιμα καθυστερημένη,
για εσένα έχανα τον τερματισμό.
Δεν μπορούσα να εξηγήσω,
πως δεν με ένοιαζαν οι δάφνες του νικητή.
Με ένοιαζε το ταξίδι να έχει παρέα
κι ας είναι να πονάει
κι ας είναι να είναι πιο μεγάλο απ’ ότι έπρεπε.

 

 

Kάτι για καληνύχτα…

ΤΥΨΕΙΣ

όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες –
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδι και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξαγρυπνισμένη και χλομή

Ντίνος Χριστιανόπουλος

«ΞΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ» (1952-1957)

 

Και όσοι δεν βρίσκαμε μάνα να περιμένει, ας βάλουμε στη θέση της αυτόν τον κάποιον που πάντα περίμενε, ακόμα και αν μας έμοιαζε πολύ για να είναι ξένος.

Η τέχνη δεν χρωστάει συγνώμη σε κανέναν, αλλά δεν είναι πάντα «καλή» (ή λίγα σχόλια για το Εθνικό).

we-dont-need-no-thought-contro

1. Για το γεγονός ότι η παράσταση που κατέβηκε περιλάμβανε κείμενο του Ξηρού και αυτό μπορεί να έθιγε τα θύματα της 17 Νοέμβρη: Διαφωνώ με πολλά στη πρακτική της 17 Νοέμβρη. Ωστόσο, δεν θρήνησα ούτε ένιωσα λύπη για τα θύματά της. Δεν αισθάνομαι καθόλου καλά και ίσως με λυπούν οι «παράπλευρες απώλειες» που είχαν οι επιθέσεις της και –ναι- τις θεώρησα άδικους χαμούς που δεν χρειαζόταν και ίσως θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Όμως, δεν μπορώ και να ανεχθώ την τόσο σθεναρή υπεράσπιση των θυμάτων αυτών από τους «αντι-τρομοκράτες» καριερίστες πολιτικούς ή ακόμα και από κράτη που με θράσος τάσσονται με αυτή την αόριστη έννοια της «αντι-τρομοκρατίας».    Γιατί, η αντι-τρομοκρατία σαν τάση και στάση εκφράζεται από τα πιο αντιδραστικά πολιτικά ρεύματα παγκοσμίως (και καθόλου τυχαία). Γιατί, αντι-τρομοκρατικές και «στο όνομα της ειρήνης» δηλώνονται οι περισσότερες επιθέσεις από πλευράς «Δύσης» σήμερα, και έχουν περισσότερες παράπλευρες απώλειες απ’ ότι μπορεί να δικαιολογήσει ο ανθρώπινος νους (θυμίζω τον βομβαρδισμό του ιατρείου των Γιατρών χωρίς Σύνορα από την αμερικανική πολεμική αεροπορία στο Αφγανιστάν)

 2. Όχι, δεν επιτρέπονται όλα ούτε στη τέχνη, ούτε στη πολιτική, ούτε στη καθημερινή ζωή. Είναι πολλοί αυτοί που ρωτούν με θράσος, τι θα λέγαμε όλοι εμείς που σήμερα αντιδράμε για το κατέβασμα της παράστασης σε μια αντίστοιχη με απόσπασμα από βιβλίο κάποιου ακροδεξιού-φασίστα (τύπου Μιχαλολιάκου).   Και απαντώ: όταν μια παράσταση ή γενικότερα ένα έργο τέχνης παίρνει θέση θετική προς κάτι που στρέφεται εναντίων αυτού που στο δικό μου απλοϊκό μυαλό θεωρείται «δίκαιο», παύει να θεωρείται τέχνη. Γιατί η τέχνη που έμαθα να υπερασπίζομαι είναι η τέχνη που τάσσεται και στρατεύεται και το οτιδήποτε υποστηρίχθηκε από ακροδεξιά ρεύματα δεν ήταν δίκαιο για κανέναν απολύτως, πέρα από τα αποβράσματα που έφτιαξαν μια εγωιστική και εγωκεντρική εικόνα του μέλλοντος της ανθρωπότητας για να καλύψουν τα κενά του καπιταλισμού και την έκαναν πολιτική.
Την πρακτική που ακολούθησε η Σοβιετική Ένωση απέναντι στο φασισμό, δεν μπορώ να τη συγκρίνω με την πρακτική που ακολούθησε ο Χίτλερ και η Ναζιστική Γερμανία απέναντι στο σύνολο του λαού και της ανθρωπότητας. Αν λοιπόν, έρθει ο οποιοσδήποτε να μου πλασάρει τέχνη που θα προσβάλει πχ τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης θα θελήσω να κάψω την τέχνη του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάηκαν κι εκείνοι.  Μπορεί να στενοχωρήσω, αλλά το τι μπορεί να λέει ο Ξηρός δεν με βρίσκει πλήρως αντίθετη σε σχέση με το τι μπορεί να λέει ο Μιχαλολιάκος. Και αυτό γιατί η αντίληψή τους περί δικαιοσύνης είναι παντελώς και εκ διαμέτρου αντίθετη.

 

3. Είναι τουλάχιστον ξεδιάντροπο, μια κυβέρνηση που κάποτε σαν κόμμα έδινε αγώνες για την ελευθερία του λόγου, σήμερα να είναι αυτή που σιωπά σε τέτοια γεγονότα. Είναι τουλάχιστον ξεφτίλα, άνθρωποι που κάποτε στέκονταν έξω από το Χυτήριο για να αποτρέψουν τις διαμαρτυρίες παπάδων και χρυσαυγιτών για τη παράσταση «Corpus Christi», σήμερα να αποτελούν μέρος όσων συνέβαλαν στο να κατέβει η παράσταση. Είναι γελοίο, το πόσο εύκολα αλλάζουν οι συνειδήσεις προς το χειρότερο. Από το Χυτήριο μέχρι το Εθνικό ήταν μια κυβέρνηση δρόμος, σύντροφοι. Το ερώτημα είναι μέχρι πότε θα είναι άλλοθι για εσάς η «προσπάθεια».

4.Ας ανοίξουμε λίγο τα μυαλά μας και ας ξεστραβωθούμε. Ας πιεστούμε να μάθουμε και να «παιδευτούμε» και όχι να γυρίσουμε το κεφάλι μην τυχόν και διαταράξουμε την προσωπική μας ηρεμία και γαλήνη. Βασικά, ας μην δεχόμαστε την ουδετερότητα και την παθητικότητα, χορτάσαμε αναμονή και «έλα μωρέ». Η ισοπέδωση των πάντων ως επιλογή με βρίσκει αδιάφορη και αν θέλετε να το πάρουμε κι αλλιώς, δεν οδήγησε ποτέ πουθενά. Και ας δεχθούμε επιτέλους πως το ότι ο κόσμος τρέχει σε δύο ταχύτητες και ότι υπάρχουν υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεζόμενοι δεν είναι ένα από τα κλισέ που κατάφερε με θρίαμβο να δημιουργήσει η «τζιζ-κακά» αριστερά. Είναι μια πραγματικότητα και πρέπει να αποφασίσουμε πού στο διάλο ανήκουμε και τι θέλουμε να κάνουμε.

 

Κλείνω με δύο αποσπάσματα: «Μήπως πρέπει να πέσουν στα πόδια της πολιτιστικά ρακένδυτης δεξιάς, ο Μπωντλαίρ, που έβαλε τους επαναστάτες να πυροβολήσουν τον πατριό του; Ο Ρεμπό, που κατηγορήθηκε για σειρά εκτρόπων ως μέλος των ατάκτων της Κομμούνας; Ο Φρανσουά Βιγιόν, που μαχαίρωσε έναν κληρικό και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε θάνατο για ληστεία; Ο μέγας ομοφυλόφιλος ,λιποτάκτης, λωποδύτης κι ο,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, Ζαν Ζενέ, για τον οποίο παρενέβη ο Σαρτρ ώστε να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή που του είχε επιβληθεί;» (από πρόσφατο άρθρο του Άρη Σκιαδόπουλου στον Ημεροδρόμο)

«Τι πιστεύετε ότι είναι ένας καλλιτέχνης; Ένας ανόητος που δεν έχει μάτια παρά μόνο εάν είναι ζωγράφος. Το ακριβώς αντίθετο, ο καλλιτέχνης είναι πολιτικό ον, αφυπνισμένο μπροστά στις έντονα ή ήπια γεγονότα του κόσμου… Η ζωγραφική δεν είναι μόνο για να διακοσμεί διαμερίσματα. Η ζωγραφική είναι ένα πολεμικό όργανο άμυνας και επίθεσης απέναντι στον εχθρό» (- P. Picasso- όπου «ζωγραφική», μπορείτε να εννοήσετε «τέχνη»).

Απο το τίποτα αρχίζουν ολα…

subway-street-photography-love-new-york-stanley-kubrick-8Μπαίνω στο σπίτι, με ένα συναίσθημα, που ενώ είναι συναίσθημα θυμίζει το κενό. Ανοίγω τον υπολογιστή μου, να επικοινωνήσω, να μιλήσω, να κυνηγήσω μερική επαφή με τους φίλους μου. Κενό πάλι. Έτσι θα επικοινωνούμε πια; Ξένες λέξεις, γεμίζουν την οθόνη. Ελλείψεις! Κανένα συναίσθημα που να προκλήθηκε από ατόφια, αγνή, άμεση επαφή. Έστω, βλέμματα! Εκεί φτάσαμε λοιπόν. Να υποθέτουμε μεταβλητές για να βγει η εξίσωση.

Πάντα μετεξεταστέα στα μαθηματικά, τι περιμένετε να σας απαντήσω τώρα; Δεν γνωρίζω, πώς εξισώνεται το συναίσθημα απουσία. Ποτέ δεν ήμουν καλή στον υπολογισμό της μη ύλης και τώρα όλοι μου ζητούν να είμαι άριστη γιατί επέλεξαν να μην υπάρχουν.

Η αλήθεια είναι, πως πάντα αρίστευα στο να μετράω δεδομένα. Χειροπιαστά πράγματα, βρε παιδί μου. Μια αγκαλιά, δυο φιλιά, ένα βλέμμα, δύο σώματα, σε χρειάζομαι και με χρειάζεσαι και τέλος.

Πήραμε λάθος στροφή, αυτό είναι το συμπέρασμα. Κρατήσαμε λίγες ποιητικές λέξεις για να ομορφύνουν την ανεπάρκειά μας και να δώσουν κάμποση μαγεία σε ότι δεν καταφέραμε να κάνουμε. Στο μόνο που δεν ενδώσαμε ποτέ, είναι να αρκούμαστε. Μείναμε, όλοι, με ένα παράπονο και ένα «Άι σιχτίρ».. Θα συναντηθούμε μια μέρα στο δρόμο, μισητοί κι αγαπημένοι και θα γελάμε, θα δεις!

Φτιάχνουμε, φτιάχνουμε, φτιάχνουμε…

Σχέσεις, φιλίες, κύκλους, γνωστούς, οικογένειες… και στο τέλος μένουμε να κοιτάζουμε συντρίμμια. Φτιάχνουμε χωρίς να επενδύουμε. Στηριζόμαστε στον άλλο, χωρίς να εμπιστευόμαστε το υλικό του. Μετά, ξεσπάμε με οργή, σε ότι είναι σταθερό, γιατί κάτι μας τρώει. Ξεκινάμε πάλι με θάρρος, άδειοι πια, χωρίς ούτε ένα δεδομένο. Έτσι, στον αέρα, πάμε να κάνουμε τα καινούρια μας βήματα.

Δε θα τους μοιάσουμε ποτέ. Ξέρεις, σε αυτούς που σκεφτόμαστε το βράδυ, λίγο πριν κλείσουμε τα μάτια και μονολογούμε για το σθένος και το θάρρος τους. Αυτούς, που παραδέχθηκαν πως δεν γίνεται αλλιώς. Δεν γίνεται να μην θες να αλλάξεις το κόσμο κι ας είναι να πετύχεις μόνο μια μόνο δικαιότερη ζωή, για έναν-δύο μόνο ανθρώπους που στάθηκαν τυχεροί.

Γράφω ασυνάρτητα. Γράφω έτσι καιρό τώρα. Χωρίς να γυρίζω πίσω να διορθώσω τα ορθογραφικά, να πιέσω αυτό που ήδη γράφτηκε να γίνει καλύτερο. Στη τελική, με καταλαβαίνετε έτσι; Όπως είναι, το παίρνω, το αγκαλιάζω και το δέχομαι.

Ξέρω, οι μεγάλοι ποιητές έγραφαν και ξανάγραφαν, αφόριζαν και ξεσκαρτάριζαν μέχρι να βρουν το τέλειο. Έσβηναν, έκαιγαν, διάλεγαν. Εγώ δεν είμαι ούτε μεγάλη ούτε ποιήτρια. Δεν έχω εκπαιδευτεί ακόμα στο να σκοτώνω, τόσο απλά, κάτι που έφυγε από εμένα και πήρε ήδη σχήμα.

Που θέλω να καταλήξω;

Δεν ξέρω, απλά θέλω να βγάλω στη φόρα ότι έχω μέσα μου, ότι με διαμορφώνει, για να καταλάβεις… για να με καταλάβεις…

εσύ…

κι εσύ……

κι εσύ…..