Ικετεύοντας


Με κοίταξες με δυο μάτια γεμάτα παράκληση.
Με κρατούσες από τα χέρια, όχι για να με πας κάπου,
αλλά σαν να ήθελες να με τραβήξεις μέσα σου.
Τραβιόμουν πίσω τρομαγμένη,
γυρνούσα τη πλάτη μου για να μην βλέπω το πρόσωπό σου
βουτηγμένο σε παρακάλια.
Πρώτη φορά που ένας γονατισμένος ικέτης με κοιτούσε στα μάτια,
κατευθείαν στα μάτια
και έκανε το σώμα μου, να μοιάζει επίσης γονατισμένο.

Αγκαλιαζόμασταν, αγγίζαμε ο ένας τα χέρια του άλλου,
αμήχανοι και σκεπτικοί.
Μάθαμε να σηκωνόμαστε.

Αλλά είναι βαρύ,
να κουβαλάς μισό τον εαυτό σου στη πλάτη
και τον υπόλοιπο να τον ποδοπατάς για να βγει πιο εύκολα
ο δύσκολος δρόμος που έχεις μπροστά.
Είναι αβάσταχτο, να παίρνεις στα χέρια
ότι μένει από εσένα
ξέροντας ότι θα αργήσεις να φτάσεις
ξέροντας πως σε περιμένουν στο τέλος του δρόμου
γεμάτοι προσδοκίες.

Κοιτάζω μια την άκρη του δρόμου,
μια εσένα
και παλεύω να βρω που πρέπει να φτάσω.
Τα μάτια σου ακόμα με κοιτάζουν, χωρίς να παρακαλάνε πια
αλλά προσδοκώντας.
Και πάνω που σηκώθηκα,
τώρα βρίσκομαι μόνη με τα χέρια απλωμένα
και το στώμα βουλομένο πια από τις τόσες εξηγήσεις
που έδινα στους άλλους για την αργοπορία μου.

Δεν μπορούσα να εξηγήσω τώρα,
ότι για εσένα αργούσα,
για εσένα προσπαθούσα,
για εσένα ήμουν μόνιμα καθυστερημένη,
για εσένα έχανα τον τερματισμό.
Δεν μπορούσα να εξηγήσω,
πως δεν με ένοιαζαν οι δάφνες του νικητή.
Με ένοιαζε το ταξίδι να έχει παρέα
κι ας είναι να πονάει
κι ας είναι να είναι πιο μεγάλο απ’ ότι έπρεπε.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s