Μηδεν.

2256527206_1ab77fae83_o“Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.

Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.

Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

                                                                                       Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,

                                                                                       Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…” -Γ.Σ

Κοίταξε το ρολόι. Μηδέν. Η ώρα του τίποτα. Η ώρα του εδώ και τώρα. Τελευταία το ρολόι έδειχνε μόνιμα μηδέν. Σαν να τον πίεζε για μια απόφαση. Τώρα, δεν έχει χρόνο, πρέπει να μιλήσει. Και ο καιρός περνούσε και δεν είχε βγάλει λέξη ακόμα. Καθόταν εκεί, στη γωνία, κουλουριασμένος σαν έμβρυο, να εκλιπαρεί τον χρόνο. Μα ο χρόνος δεν νικιέται με παρακάλια. Ο θυμός του, σκάλιζε με μανία κάθε του κύτταρο.

-Τώρα.

-Πρέπει.

-Τελειώνει ο χρόνος.

-Μίλα.

-Σειρά σου.

Πήρε τη σκυτάλη. Το παιχνίδι άρχισε. Έπρεπε να παίξει έξυπνα. Γιατί, το ρολόι έδειχνε μηδέν. Κοίταξε λίγο πίσω. Η ιστορία δεν του έλεγε τίποτα πια. Τώρα το παιχνίδι είχε αρχίσει από τον δικό του αιώνα. Ό, τι συνέβη χθες είχε παραγραφεί.

-Παίξε.

Πήρε στα χέρια τις πέτρες και τις πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Το ρολόι μετράει αντίστροφα. ΤΏΡΑ. Η φωτιά ανάβει. Η απάντηση είναι γραμμένη κάτω από τα ρούχα του. Οργή. Η απάντηση θα φαινόταν αργά ή γρήγορα. Όταν το μυαλό του θα έχει πάρει φωτιά. Όταν ο χρόνος θα καίει τον μανδύα που του φόρεσε ο κόσμος, όταν πια θα είναι αργά για να γλιτώσει το τομάρι του. Η απάντηση θα φανεί. Με κόκκινα γράμματα, πάνω στο στήθος του.  Η απάντηση θα φωνάζει “ελευθερία”.

-Τόλμα.

Θυμήθηκε ένα παιχνίδι που έπαιζε μικρός. Θάρρος ή αλήθεια; Το ρολόι δείχνει μηδέν. Ο χρόνος τελείωσε.

-Μίλα.

-Θάρρος.

-Έχεις το θάρρος να αλλάξεις τον κόσμο;

Μόνος στην άκρη του δρόμου. Βλέπει μπροστά, σαν παραίσθηση, την άσφαλτο να τσακίζεται στα δύο. Οι φωτιές σκάνε με μανία στο κενό. Αυτό είναι. Πρέπει να τρέξει. Πρέπει να σωθεί. Αλλά το παιχνίδι είχε αρχίσει. Δεν πρέπει να τα παρατήσει τώρα.

-Αλήθεια.

-Φοβάσαι;

Ρώσικη ρουλέτα. Ανάθεμα, δεν του έμαθαν να ξεχωρίζει το φονικό από τον έρωτα. Ώστε αυτό είναι ζωή; Έτσι τελειώνει; Πέφτει στα γόνατα. Ο κόσμος γύρω του τρέχει να βρει μέρος να κρυφτεί. Το παιχνίδι είχε αρχίσει καιρό τώρα. Αυτός προσκυνάει τα γεγονότα. Εύχεται στο παρελθόν. Τα μάτια καρφωμένα εκεί. Στο ρολόι.

-Κρύψου.

-Φτου και βγαίνω.

Κλέφτες κι αστυνόμοι. Να, πάλι μπέρδεψε το παιχνίδι. Τώρα ο δρόμος είναι γεμάτος βλέμματα και ιδρωμένα χέρια και αγωνία. Κοιτάζει πίσω. Δύο γνώριμες φιγούρες τρέχουν προς το μέρος του. Σαν να ξεχωρίζει τον εαυτό του με ρυτίδες στο πρόσωπό τους. Σαστίζει. Το ρολόι δείχνει μηδέν. Η ώρα που μπερδεύονται οι ηλικίες. Η ώρα που μπερδεύονται οι ζωές. Η ώρα που μέλλον και παρόν μοιάζουν ίδια. Στην τσέπη έχει έναν αναπτήρα. Πρέπει να το τελειώσει εδώ.

-Τώρα.

-Παίξε.

-Δειλέ!

Πήρε φωτιά. Η απάντηση άρχισε να φαίνεται. Οι δείκτες παγώνουν. Τα βλέμματα σαν να έγιναν πιο υγρά. Πέφτει πάλι στα γόνατα. Δεν θα σηκωθεί ξανά. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Χτύπησαν ύπουλα. Η απάντηση δόθηκε.

-Τέλος παιχνιδιού.

Όσο το θρέφεις, το τέρας μεγαλώνει

Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ. Σήμερα, με θύμωσε πιο πολύ το αυταρχικό σου ύφος, ο τρόπος που μιλούσες, τα “θέλω” που ξεστόμιζες. Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ, είδα από τα χείλη σου να ξεφεύγουν τα “θέλω¨ όλων των συνομηλίκων σου. Χθες απλά προσπερνούσα όσα έλεγες, σκεφτόμουν πως είναι η ηλικία, πως θα μάθεις, πως τώρα δεν μπορείς να διαφοροποιηθείς, πως αν
 τολμήσεις να εκφράσεις το διαφορετικό θα μείνεις μόνη σου.  Μέχρι χθες είχα πει στον εαυτό μου όλα αυτά, έψαχνα δικαιολογίες για εσένα, τα έριχνα στη δύσκολη τη ζωή, στα κακά, τα στραβά και τα ανάποδα.

Σήμερα όμως δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Σου φώναξα και σου είπα να συνέλθεις, σου είπα πως με εξοργίζεις. Ξέρω, δεν ήταν σωστός ο τρόπος μου, έλα όμως που σήμερα τρόμαξα με τον παλιότερο ήπιο εαυτό μου. Σήμερα που είδα τον παππού να ξυπνάει με φόβο, να τρέμει ολόκληρος, να λέει: “πάλι τα ίδια έχουμε”, να αγκαλιάζει τη γιαγιά και να κλαίνε με τα μάτια ενωμένα, σήμερα που τον είδα να με κοιτάει απογοητευμένος, σήμερα τρόμαξα που σε άφηνα να γίνεσαι το τέρμα της ιστορίας.

”τι να κάνω εγώ; τι μπορώ να αλλάξω;”, σήμερα ένιωσα σαν παράσιτο που δεν μπορούσα να σου απαντήσω. Κανένα επιχείρημα, καμία κουβέντα. Δεν είχα τι να σου πω σήμερα. Γιατί, μέχρι χθες σε δεχόμουν παθητικά. Βγήκαν ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, γιατροί να δικαιολογήσουν την στάση σου. “Είναι θέμα της ψυχικής κατάστασης του παιδιού σε αυτή την ηλικία, δέχεται πρωτόγνωρες αλλαγές και αντιδρά έτσι= εφηβεία”, “είναι η κοινωνία που οδηγεί τους νέους σε αυτή την απαθή στάση μέσω…”, “είναι οι αλλαγές του οργανισμού που…”. Σε εξήγησαν, σε απενοχοποίησαν, σε έκαναν πρότυπο και τώρα αναπαράγεσαι χωρίς φραγμούς. Ήρθα κι εγώ μετά και σε άφησα να περάσεις, πιστεύοντας σε αυθεντίες.

Αλλά σήμερα δεν βρήκα τι να σου πω. Δεν μπορούσα να δεχθώ οτι υπάρχει  κάτι που να σου επιτρέπει να μιλάς έτσι. Δεν μπόρεσα να το ρίξω στην ηλικία. Γιατί σήμερα άκουγα εμβατήρια από το δωμάτιό σου, σιγοτραγουδούσες εσύ κι εγώ αντί να σου μιλήσω σου είπα να χαμηλώσεις την ένταση. Γιατί σήμερα, σε είδα να ζωγραφίζεις περίεργα σχήματα στον τοίχο σου και αντί να σου δώσω λόγο να τα σβήσεις πήρα μπογιά κι έβαφα από πάνω κι εσύ γέλαγες μέσα σου, ήξερες, θα περάσουν τα χρόνια θα ξεθωριάσει η μπογιά μου, θα ξαναβγεί στην επιφάνεια το σχήμα σου.

Σήμερα, σε είδα να πολλαπλασιάζεσαι. Σε είδα παντού, στο δρόμο, σε αφίσες, στις ειδήσεις, στο σχολείο, στο αμφιθέατρο. Σε είδα μέσα στο σπίτι μου, να τρως παρέα με την μάνα μου. Σε είδα να αγκαλιάζεις ιδεολογίες που δεν γνωρίζεις, μόνο και μόνο επειδή στις πλάσαραν ως λούτρινο αθώο παιχνιδάκι. Με φώναξες να παίξω μαζί σου, να διασκεδάσω με την νέα μόδα κι εγώ έγινα έξω-φρενών και σου είπα πως δεν παίζουμε με τις ζωές. Δεν κατάλαβες πάλι, με είπες κακιά, γύρισες τη πλάτη και απομονωμένος πια, συνέχισες το παιχνίδι.

Σήμερα, σε είδα σε μια εγκυκλοπαίδεια, δίπλα στη λέξη φασισμός. Σε είδα σε φωτογραφίες στις εφημερίδες να φοράς περίεργα χακί ρούχα και (τι περίεργο!) είχες μεγαλώσει απότομα και είχες και ένα περίεργο μικρό μουστάκι που… κάτι μου θύμιζε. Δεν έδωσα σημασία. Είπα θα περάσει, θα ξεχαστεί. Σήμερα όμως, σε είδα να ανεβαίνει ψηλά σε δημοσκοπήσεις, να παίρνεις στα χέρια σου εξουσία που δεν μπορούσα πια να ελέγξω. Σήμερα σε είδα να πετάς τα λούτρινα παιχνίδια και να παίζεις με όπλα. Σήμερα, ξέβαψε η μπογιά. Τώρα φάνηκε το σχήμα για τα καλά. Αύριο ίσως να βάφεις εσύ με μπογιά τα λόγια μου αφού εγώ το μόνο που είχα για εσένα ήταν μια ταμπέλα, μια κορνίζα… Το μόνο που είχα μέχρι χθες ήταν σιωπή, ίσως τώρα να την αξίζω την υπάνθρωπη κραυγή σου….

Τα κάδρα στον τοίχο

Σας έφτιαξα πορτρέτα, όλους εσάς τους φευγάτους ανθρώπους της ζωής μου.
Σας έφτιαξα πορτρέτα και σας κρέμασα στους τοίχους του σπιτιού μου για να σας θαυμάζω, μέρα- νύχτα.

Περπατούσα από παιδί ανάμεσα σας.

Σας καθάριζα, σας άλλαζα κορνίζα για να ταιριάζετε με το χρώμα του τοίχου.

Περπατούσα πάντοτε μπροστά σας κορδωμένη και περήφανη.

Κάποτε, μπούχτισα από τον πολύ καλλωπισμό,
σας έδωσα μια και σπάσατε.

Σαν μικρές γυάλινες μινιατούρες.

Κι εγώ έκατσα χρόνια πάνω από τις σπασμένες φιγούρες,
να σας κλαίω, να σας θρηνώ
και να φωνάζω συγνώμη.

Αποχαιρετισμός.

Πάντα προσπερνούσα τον θάνατο όταν ερχόταν κοντά μου. Ούτε νεύματα, ούτε χαιρετούρες, ούτε ευγένειες, προχωρούσα χωρίς να τον κοιτάξω καν και συνέχιζα τον δρόμο μου. Έρχεται όμως εκείνη η στιγμή, που ο θάνατος κάθεται δίπλα σου, σου πιάνει το χέρι και σε αναγκάζει να τον κοιτάξεις στα μάτια. Δεν είναι απαραίτητο να προκαλέσει εσένα. Φτάνουν δυο μάτια που κλείνουν αργά, φτάνει ένα σώμα που μαραζώνει μπροστά σου και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, φτάνει ένα βλέμμα που αναγνωρίζει το τέλος. Δεν με άγγιζε ποτέ. Έδινε ένα στίγμα, προειδοποιούσε για τα μεγάλα αντίο και σιγά- σιγά ρούφαγε αγαπημένες ανάσες.

Ώσπου, κάποια στιγμή, δεν έλεγε να φύγει. Καθόταν εκεί, στο προσκεφάλι του. Αυτός τον έδιωχνε με μανία, μα ο θάνατος, σαν τον γιατρό που έπρεπε να επιβλέπει τον ασθενή, έμενε δίπλα, προσεκτικός και ήσυχος. Εκείνη, είχε πίστη και υπομονή. Όλο έκανε τον σταυρό της, σαν να ξόρκιζε έτσι την κούραση, σα να υπενθύμιζε στον εαυτό της την βαθιά υποχρέωση να μένει πάντα σε εγρήγορση. Ανελλιπώς, άναβε το κερί πάνω στο παραλήρημα και έκανε τον σταυρό της. Στα κρυφά, αργά το βράδυ, μην και καταλάβει κανένας πως υπάρχουν στιγμές που σπάει, που ραγίζει.

Αυτός, εκεί, ήσυχος και αμίλητος. Όλο και πιο πολύ μαράζωνε. Εγώ, όλο και πιο πολύ έπαψα να πηγαίνω να τον δω. Ένα σώμα, έτοιμο να σπάσει. Μάτια, που σε κοιτάζουν όλο προσμονή για την μεγάλη ώρα του αποχωρισμού. Χέρια που σε αγγίζουν και σε σφίγγουν για να μην φύγεις, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία φορά. Κι εγώ όλο έφευγα και έβρισκα δικαιολογίες. Η σχολή, το διάβασμα, οι δουλειές… Ο φόβος! Ο φόβος μην δω να φεύγει για πάντα. Ο φόβος, μην δω το θάνατο να σηκώνεται από δίπλα του και να τον παίρνει μακριά. Ο φόβος ήταν η μόνη σαφής δικαιολογία που ποτέ δεν ξεστόμισα.

Και μετά, πάλι ήσυχα, αμίλητα, σηκώθηκε αυτός πρώτος, περήφανος πήρε τον θάνατο από το χέρι και του είπε: «Έλα, ώρα να φεύγουμε». Έτσι, ακόμα και με τα μάτια κλειστά έμεινε με το χαμόγελο στα χείλη. Έτσι, ακόμα μια φορά, προστάτευσε το παιδί. Να μην τρομάξει, να μην πληγωθεί…

Να προσέχεις…
Σε παρακαλώ, να προσέχεις…
Πώς σηκώνεις το βάρος, να μένεις άτρωτος, μόνο και μόνο για να εκπληρώσεις την επιθυμία κάποιου, το μεγάλο του άγχος;

Να έρχεσαι… Πότε θα ξανάρθεις;

Έμενε εκεί, να μιλάει σε φωτογραφίες, να κάνει παρέα με τις αναμνήσεις του. Γιατί, εγώ, συγνώμη, βιάστηκα να τρέξω μακριά. Και σε άφησα μόνο που να πάρει. Εγώ, που κρατούσα τα μυστικά σου. Κράτα κι εσύ αυτό… φοβήθηκα. Πατσίσαμε!

Πνιγόμαστε, αδέρφια!

Σήμερα, ναυαγήσαμε όλοι μαζί. Σήμερα, πέσαμε από τα σύννεφα. Μπήκαμε στο σπίτι, ακουμπήσαμε τα πράγματα στη καρέκλα και είπαμε «τα ‘μαθες;». Κάτσαμε να φάμε το μεσημέρι και κοιτάξαμε αποσβολωμένοι την τηλεόραση σιγοψιθυρίζοντας αρμονικά «κρίμα». Το πρωί, πάλι η ζωή κύλησε όπως και χθες και αύριο πάλι θα κυλάει και θα κυλάει και απλά, κάποια μέρα, θα γυρνάμε στο σπίτι, θα υγραίνουμε λίγο τα μάτια, θα ρωτάμε ρητορικά και θα κοιμόμαστε ήσυχοι αφού εμείς «έχουμε την υγειά μας».

Σήμερα, σκέφτομαι τις  ψυχές που χάνονται κάθε χρόνο γιατί έπρεπε να παλέψουν για επιβίωση. Σήμερα, σκέφτομαι σκοτεινά. Προσπαθώ να δικαιολογηθώ και να καταλάβω. Γίνεται να λύσεις το αποτέλεσμα, αν δεν λύσεις την αιτία; Ξαφνικό ενδιαφέρον από όλους. Ναι, να ενδιαφερθούν… ναι, καιρός ήταν…

Αλλά πάλι σκέφτομαι σκοτεινά… να πάμε τώρα που προλαβαίνουμε να κάνουμε κανένα μπανάκι. Πέρα από τα παγκάκια, θα μας βρομίζουν και τις θάλασσες. Βρώμικα μυαλά, βρώμικες ψυχές. Τι να πρωτολύσεις;

Έχε το νου σου στο παιδί!

Σήμερα, γράφω ακούγοντας το «Κάποτε θα ‘ρθουν» του Σιδηρόπουλου. Έχει αποκτήσει μια γραφικότητα η όλη κατάσταση αλλά δεν μπορείς να την αποφύγεις. Όσο κι αν προσπαθώ, κάθε φορά που αυτή η ανθρωπότητα θρηνεί θύματα-παιδιά, σκέφτομαι αυτό το τραγούδι. Δεν είναι ένα τραγούδι για τα παιδιά. Είναι ένα τραγούδι για τους ενήλικους, για τους μεγάλους, για αυτούς που φτιάχνουν τα παιδιά, τα δημιουργούν, τα μεγαλώνουν… Δεν είναι ένα τραγούδι για να ανακουφίσει την πονεμένη μάνα, να συγκινήσει τον πατέρα κτλ. Είναι ένα τραγούδι για να καρφώσει ένα μαχαίρι στη καρδιά κάθε γονιού, κάθε ανθρώπου που μεγαλώνει ένα παιδί, που το φτιάχνει «έτοιμο» να βγει σε αυτή τη κοινωνία… Και αντίστροφα, είναι ένα τραγούδι γι’ αυτή τη ρημάδα κοινωνία που έφτιαξε πριν αυτούς τους γονείς και άλλους τόσους… τους έκανε «έντιμους» και «ευσεβείς», τους έκανε ανθρώπους έτοιμους να επιβιώσουν με κάθε κόστος.

Όλη η Ελλάδα παρακολούθησε την υπόθεση της εξαφάνισης του Βαγγέλη με αμείωτο ενδιαφέρον. Η είδηση ότι το συγκεκριμένο παιδί είχε πέσει θύμα bulling χτύπησε στη συνείδηση πολλούς, κυρίως νομίζω χτύπησε αυτό το αίσθημα ενοχής που έχουμε όλοι μέσα μας. Από παιδιά που δεν μίλησαν σε ένα αντίστοιχο περιστατικό, από εκείνους που συναίνεσαν, μέχρι εκείνους που έκλεισαν στόματα… Και η ενοχή, έστω και κλεισμένη στο υποσυνείδητο, δεν έφτασε. Δεν θα σταματήσει το μίσος να επιβιώνει, όσες καμπάνιες κι αν γίνουν, όσα προγράμματα κι αν αρχίσουν σε σχολεία, όσο κι αν μιλάνε στα κανάλια οι ειδικοί, όσο κι αν  βγαίνουν οι «σοφοί» να μιλήσουν για την «κακία» και την «αδικία».

Δεν είναι κανένας ουρανοκατέβατος, δεν είναι κανένας μόνος. Όλοι μεγαλώνουμε με όσα η κοινωνία μας δίνει. Όλοι, ανεξαιρέτως, δεχόμαστε τα μηνύματα αυτής της κοινωνίας, άλλοι τα μεταφράζουν προς όφελος των ανθρώπων και άλλοι προς όφελος του εαυτού τους. Και στις δύο περιπτώσεις, η κοινωνία βοηθάει στη μετάφραση. Γι’ αυτό μην κατηγορείτε κανένα παιδί. Κατηγορείστε όσους τα μεγάλωσαν, κατηγορείστε τη πηγή του μίσους και όχι το αποτέλεσμα, μόνο έτσι πάμε λίγο παραπέρα. Έστω, μόνο έτσι μπορούμε να μην γίνουμε όλοι καθάρματα και μισάνθρωποι. Μόνο πιστεύοντας στην καλύτερη κοινωνία, στο καλύτερο αύριο προς όφελος όλων, στους καλύτερους ανθρώπους… Παύω να πιστεύω, σημαίνει παύω να επιβιώνω… Δεν φτάνει μόνο η πίστη όμως, χρειάζεται και η πράξη. Και πράξη δεν είναι να γίνουμε όλοι δικαστές, αυτό θα καλύψει -το πολύ- την προσωπική μας ενοχή. Σε ένα σύστημα που συντηρείται στην ανισότητα και στην ολοκληρωτική διαφοροποίηση των τάξεων, το να χτίζουμε μικρές εστίες «αδελφοσύνης» δεν σκοτώνει το «έγκλημα» στο οποίο οδηγείται ένα παιδί ακριβώς επειδή βιώνει στο πετσί του αυτή τη διαφοροποίηση.

Μάθαμε, πολλά χρόνια τώρα, να ξέρουμε μόνο να επιβιώνουμε. Ήρθε η κρίση, ήρθαν και οι λιτότητες και ο βιοπορισμός, ο ατομισμός έγιναν απαιτήσεις.  Όλοι μαζί, χρόνια τώρα, συνδιαμορφώνουμε μια κοινωνία δολοφόνων που κατά τ’ άλλα τους πλασάρουμε μεταξύ μας ως έντιμους και νομοταγείς. Όσοι το αντιλήφθηκαν, έμαθαν στο «ησυχία-πάψε-μην μιλάς», κατάπιαν λίγο από τον τσαμπουκά τους και περιορίστηκαν σε συζητήσεις κεκλεισμένων των θυρών, μην προσδοκώντας τίποτα από κανέναν. Είναι οι ίδιοι που έφεραν την «ελπίδα» και την «αξιοπρέπεια» στις τελευταίες εκλογές και συντηρούν τη «νομιμότητα» στις 100 προηγούμενες. Είναι οι ίδιοι που βολεύονται και βγάζουν το σκασμό περιμένοντας από άλλους. Είμαστε όλοι που αντί να παλεύουμε για το σταμάτημα των κοινωνικών ανισοτήτων περιοριζόμαστε σε ακτιβισμούς, λυρικά λογάκια (καλή ώρα) και εκκεντρικά status στο facebook.

Οπότε μην κλαίτε, μην κλαίγεστε, μην θρηνείτε. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας όλοι και κυρίως οι κυβερνήσεις της ελπίδας και οι προηγούμενες που «τηρούσαν» τους νόμους κατά γράμμα. Ας βγει και ένας να πει «εγώ φταίω» κι ας μην ήταν αυτός που σκότωσε εξ’ επαφής. Ας παραδεχθεί μια φορά κάποιος πως τα μαχαίρια τα δίνουμε εμείς, όχι για να μοιράσουμε τη λύπη και να μας κάτσει πιο εύκολη, αλλά για να μην μπορούμε να κοιμηθούμε λίγο το βράδυ και να αναλογιστούμε την ευθύνη μας.

Και τώρα μόλις μου ήρθε η τελευταία στροφή από ένα τραγούδι άλλο:

Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απ’ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή
γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας

Και προσοχή! Η απάντηση σε όλα τα βουλωμένα στόματα δεν είναι και πάλι το μίσος. Ναι, μπορεί ένα τέτοιο περιστατικό να δημιουργεί οργή, αγανάκτηση και άλλα τέτοια σε όσους θα λένε τώρα «εγώ θα μιλούσα». Είναι μεγάλη ευκολία να προσθέσεις ένα «εγώ» μπροστά από αυτό που θα ήθελες να κάνουν οι άλλοι. Αλλά, μάντεψε, μάλλον δεν θα το έκανες. Γιατί, το θέμα δεν είναι ατομικό. Και σίγουρα, αν κοιτάξεις πίσω, μπορεί να βρεις έναν Βαγγέλη που δεν βοήθησες, έναν ψευτόμαγκα που δεν έβαλες στη θέση του… Και σίγουρα, αν κοιτάξεις μπροστά, μπορεί να τους ξαναβρείς. Αφήστε τη θεία δίκη για τους θρήσκους και τις δίκες για τους δικαστές. Η ευθύνη είναι για εμάς.

Το τέλος.

Οι πρώτες μέρες περνούσαν γρήγορα. Παρ’ όλα αυτά, έχω συνηθίσει τον χρόνο. Κατάλαβα, πως όταν εύχεσαι να περάσει γρήγορα ο καιρός, πρέπει να υποστείς και τις συνέπειες. Ο χρόνος περνάει γρήγορα έτσι κι αλλιώς. Δεν μπορείς να τον σταματήσεις, δεν μπορείς να τον ξορκίσεις. Θα περνάει το ίδιο γρήγορα και από τα καλά και από τα άσχημα.

Οι μέρες περνούσαν γρήγορα. Είχε μπει για τα καλά ο χειμώνας. Τώρα πια το σπίτι της φαινόταν ακόμα πιο μικρό και άχαρο. Έπρεπε να θυμάται να κλείνει ταΠΑΡΑΘΥΡΑ το βράδυ ή όταν έφευγε. Το μισούσε αυτό. Ήταν σαν με μία κίνηση, να έκλεινε έξω όλον το κόσμο, σαν με το κλικ που έκανε το παραθυρόφυλλο, να άφηνε έξω όλη εκείνη την όμορφη μυρουδιά που σκορπούσαν οι πρώτες χειμερινές βροχές. Ένιωθε πως όταν έκλεινε ένα παράθυρο, έκλεινε έξω από το σπίτι την μόνη μουσική, τα μόνα τραγούδια, που δεν χρειάζονταν την τεχνολογία για να ακουστούν. Αυτό βέβαια δεν ήταν πάντα κακό.

Ξαφνικά ο αέρας μπήκε με δύναμη στο σπίτι. Ξαφνικά, σαν να είδε στο σπίτι κάτι γνώριμο, κάτι που νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω, αλλά αυτό βρισκόταν εκεί. Τις μισούσε τις αναμνήσεις. Ίσως γιατί το να θυμάται της δημιουργούσε την επιθυμία να ξαναζήσει αυτό που γυρνούσε επίμονα ή αυτό που επίμονα ερχόταν προς το μέρος της από το παρελθόν. Τώρα την θύμωνε αυτός ο αέρας. Έβαλε ένα τραγούδι να παίζει και πήγε προς το παράθυρο. Βροχή. Άρχισε να βρέχει. Πλησίασε προς την κουζίνα, πήρε το μεγάλο διάφανο μπουκάλι, πήρε κι ένα ποτήρι, όχι το συνηθισμένο -είχε ξεχάσει να τακτοποιήσει τα συνηθισμένα πράγματα στο σπίτι- και άδειασε το μπουκάλι. Είχε καιρό να βγει από το σπίτι, το μπουκάλι είχε μείνει σχεδόν άδειο για πάνω από ένα μήνα, αλλά δεν την ένοιαζε. Ας ήταν κάτι μέσα στο σπίτι να είναι λίγο πιο άδειο από αυτή. Έκατσε δίπλα από το παράθυρο και παραδόθηκε στη μαγική συμφωνία βροχής και μουσικής.

Πάντα μου άρεσε η βροχή. Έχει μια ανεξήγητη δύναμη να διώχνει τις αναμνήσεις, έχει την δύναμη να παύει αισθήματα και να ξεπλένει τις αμαρτίες.

Πέρασε πολλή ώρα έτσι. Στην ίδια θέση με το νερωμένο Ουίσκι, ο ίδιος ήχος της βροχής. Ήξερε καλά γιατί πίστευε στη βροχή τόσο πολύ. Είχε βρει κάτι που έμενε ίδιο για πάνω από 10 λεπτά, κάτι που ενίσχυε την αγάπη της για το σταθερό. Το έκανε αυτό συνέχεια. Προσωποποιούσε καθετί άψυχο, μόνο και μόνο για να διώχνει την ευθύνη από τα έμψυχα. Δεν ήθελε να έχουν ευθύνες τα έμψυχα, γιατί τότε έμπαιναν στη μέση η απολογία και οι εξηγήσεις. Τα τελευταία χρόνια, δεν ήθελε εξηγήσεις από κανέναν. Όταν ήταν μικρή, ήταν αλλιώς. Ζητούσε εξηγήσεις, γέμιζε τους πάντες με ερωτήσεις. Βαρέθηκε όμως να περιμένει τους ανθρώπους να βρουν κάτι πειστικό να της πουν. Έτσι, ξαπόστασε στη σιγουριά του «δεν ξέρω» και του «δεν θέλω να μάθω».

Το τέλος ήρθε. Ήρθε, ύπουλα. Αρχικά με μια αιώνια ερώτηση: «Γιατί;». Μετά, στις ειδήσεις. Την προκαλούσε. Γιατί, γιατί…ΓΙΑΤΙ; Έπειτα, την κατέβασε στο δρόμο, την έκανε να τρέξει, να μιλήσει, να φωνάξει. Την έκανε, ένα ατέλειωτο «γιατί» να βρίσκει απαντήσεις: στην ξαναγραμμένη ιστορία, στα πρόσωπα που κοιτούσαν άσφαλτο αντί για ουρανό, στα μάτια που δεν διασταυρώνονταν από ντροπή.

Ένα «γιατί» έφερε το τέλος στους φαύλους κύκλους της ζωής της. Ένα «γιατί» την στοίχισε και την επαναπροσδιόρισε. Ένα  «γιατί», έδωσε τις πιο σημαντικές εξηγήσεις.

Γιατί, ο κόσμος δεν αλλάζει από την μέσα μεριά των παραθύρων. Γιατί, και η βροχή μπορεί να φέρει τον ήλιο. Γιατί, η ζωή δεν είναι δική μου. Η ζωή δεν είναι δική σου, η ζωή είναι όλων μας.

Γιατί, για να κλείσει το παράθυρο, για να μην νιώθω πως με πλακώνουν οι τοίχοι, έπρεπε να τους γκρεμίσω.

Γιατί, η πραγματικότητα δεν δέχεται λυρικότητες και ρομαντισμούς.

Γιατί, οι πέτρες πέφτουνε από χέρια. Οι ιδέες φτιάχνονται από μυαλά. Ο δρόμος είχε γεμίσει αίματα και όλοι περίμεναν την αλλαγή στον αέρα.

Και είχε καταλάβει… ο αέρας φύσαγε κόντρα.

Έπρεπε να διαλέξει πώς θα πορευτεί.

Και διάλεξε. Το τέλος να γραφτεί με αυτή έξω από το παράθυρο.