Η τέχνη δεν χρωστάει συγνώμη σε κανέναν, αλλά δεν είναι πάντα «καλή» (ή λίγα σχόλια για το Εθνικό).

Ανώνυμα

we-dont-need-no-thought-contro

1. Για το γεγονός ότι η παράσταση που κατέβηκε περιλάμβανε κείμενο του Ξηρού και αυτό μπορεί να έθιγε τα θύματα της 17 Νοέμβρη: Διαφωνώ με πολλά στη πρακτική της 17 Νοέμβρη. Ωστόσο, δεν θρήνησα ούτε ένιωσα λύπη για τα θύματά της. Δεν αισθάνομαι καθόλου καλά και ίσως με λυπούν οι «παράπλευρες απώλειες» που είχαν οι επιθέσεις της και –ναι- τις θεώρησα άδικους χαμούς που δεν χρειαζόταν και ίσως θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Όμως, δεν μπορώ και να ανεχθώ την τόσο σθεναρή υπεράσπιση των θυμάτων αυτών από τους «αντι-τρομοκράτες» καριερίστες πολιτικούς ή ακόμα και από κράτη που με θράσος τάσσονται με αυτή την αόριστη έννοια της «αντι-τρομοκρατίας».    Γιατί, η αντι-τρομοκρατία σαν τάση και στάση εκφράζεται από τα πιο αντιδραστικά πολιτικά ρεύματα παγκοσμίως (και καθόλου τυχαία). Γιατί, αντι-τρομοκρατικές και «στο όνομα της ειρήνης» δηλώνονται οι περισσότερες επιθέσεις από πλευράς «Δύσης» σήμερα, και έχουν περισσότερες παράπλευρες απώλειες απ’ ότι μπορεί να δικαιολογήσει ο ανθρώπινος νους (θυμίζω τον βομβαρδισμό του ιατρείου των Γιατρών χωρίς Σύνορα από την αμερικανική πολεμική αεροπορία στο Αφγανιστάν)

 2. Όχι, δεν επιτρέπονται όλα ούτε στη τέχνη, ούτε στη πολιτική, ούτε στη καθημερινή ζωή. Είναι πολλοί αυτοί που ρωτούν με θράσος, τι θα λέγαμε όλοι εμείς που σήμερα αντιδράμε για το κατέβασμα της παράστασης σε μια αντίστοιχη με απόσπασμα από βιβλίο κάποιου ακροδεξιού-φασίστα (τύπου Μιχαλολιάκου).   Και απαντώ: όταν μια παράσταση ή γενικότερα ένα έργο τέχνης παίρνει θέση θετική προς κάτι που στρέφεται εναντίων αυτού που στο δικό μου απλοϊκό μυαλό θεωρείται «δίκαιο», παύει να θεωρείται τέχνη. Γιατί η τέχνη που έμαθα να υπερασπίζομαι είναι η τέχνη που τάσσεται και στρατεύεται και το οτιδήποτε υποστηρίχθηκε από ακροδεξιά ρεύματα δεν ήταν δίκαιο για κανέναν απολύτως, πέρα από τα αποβράσματα που έφτιαξαν μια εγωιστική και εγωκεντρική εικόνα του μέλλοντος της ανθρωπότητας για να καλύψουν τα κενά του καπιταλισμού και την έκαναν πολιτική.
Την πρακτική που ακολούθησε η Σοβιετική Ένωση απέναντι στο φασισμό, δεν μπορώ να τη συγκρίνω με την πρακτική που ακολούθησε ο Χίτλερ και η Ναζιστική Γερμανία απέναντι στο σύνολο του λαού και της ανθρωπότητας. Αν λοιπόν, έρθει ο οποιοσδήποτε να μου πλασάρει τέχνη που θα προσβάλει πχ τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης θα θελήσω να κάψω την τέχνη του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάηκαν κι εκείνοι.  Μπορεί να στενοχωρήσω, αλλά το τι μπορεί να λέει ο Ξηρός δεν με βρίσκει πλήρως αντίθετη σε σχέση με το τι μπορεί να λέει ο Μιχαλολιάκος. Και αυτό γιατί η αντίληψή τους περί δικαιοσύνης είναι παντελώς και εκ διαμέτρου αντίθετη.

 

3. Είναι τουλάχιστον ξεδιάντροπο, μια κυβέρνηση που κάποτε σαν κόμμα έδινε αγώνες για την ελευθερία του λόγου, σήμερα να είναι αυτή που σιωπά σε τέτοια γεγονότα. Είναι τουλάχιστον ξεφτίλα, άνθρωποι που κάποτε στέκονταν έξω από το Χυτήριο για να αποτρέψουν τις διαμαρτυρίες παπάδων και χρυσαυγιτών για τη παράσταση «Corpus Christi», σήμερα να αποτελούν μέρος όσων συνέβαλαν στο να κατέβει η παράσταση. Είναι γελοίο, το πόσο εύκολα αλλάζουν οι συνειδήσεις προς το χειρότερο. Από το Χυτήριο μέχρι το Εθνικό ήταν μια κυβέρνηση δρόμος, σύντροφοι. Το ερώτημα είναι μέχρι πότε θα είναι άλλοθι για εσάς η «προσπάθεια».

4.Ας ανοίξουμε λίγο τα μυαλά μας και ας ξεστραβωθούμε. Ας πιεστούμε να μάθουμε και να «παιδευτούμε» και όχι να γυρίσουμε το κεφάλι μην τυχόν και διαταράξουμε την προσωπική μας ηρεμία και γαλήνη. Βασικά, ας μην δεχόμαστε την ουδετερότητα και την παθητικότητα, χορτάσαμε αναμονή και «έλα μωρέ». Η ισοπέδωση των πάντων ως επιλογή με βρίσκει αδιάφορη και αν θέλετε να το πάρουμε κι αλλιώς, δεν οδήγησε ποτέ πουθενά. Και ας δεχθούμε επιτέλους πως το ότι ο κόσμος τρέχει σε δύο ταχύτητες και ότι υπάρχουν υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεζόμενοι δεν είναι ένα από τα κλισέ που κατάφερε με θρίαμβο να δημιουργήσει η «τζιζ-κακά» αριστερά. Είναι μια πραγματικότητα και πρέπει να αποφασίσουμε πού στο διάλο ανήκουμε και τι θέλουμε να κάνουμε.

 

Κλείνω με δύο αποσπάσματα: «Μήπως πρέπει να πέσουν στα πόδια της πολιτιστικά ρακένδυτης δεξιάς, ο Μπωντλαίρ, που έβαλε τους επαναστάτες να πυροβολήσουν τον πατριό του; Ο Ρεμπό, που κατηγορήθηκε για σειρά εκτρόπων ως μέλος των ατάκτων της Κομμούνας; Ο Φρανσουά Βιγιόν, που μαχαίρωσε έναν κληρικό και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε θάνατο για ληστεία; Ο μέγας ομοφυλόφιλος ,λιποτάκτης, λωποδύτης κι ο,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, Ζαν Ζενέ, για τον οποίο παρενέβη ο Σαρτρ ώστε να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή που του είχε επιβληθεί;» (από πρόσφατο άρθρο του Άρη Σκιαδόπουλου στον Ημεροδρόμο)

«Τι πιστεύετε ότι είναι ένας καλλιτέχνης; Ένας ανόητος που δεν έχει μάτια παρά μόνο εάν είναι ζωγράφος. Το ακριβώς αντίθετο, ο καλλιτέχνης είναι πολιτικό ον, αφυπνισμένο μπροστά στις έντονα ή ήπια γεγονότα του κόσμου… Η ζωγραφική δεν είναι μόνο για να διακοσμεί διαμερίσματα. Η ζωγραφική είναι ένα πολεμικό όργανο άμυνας και επίθεσης απέναντι στον εχθρό» (- P. Picasso- όπου «ζωγραφική», μπορείτε να εννοήσετε «τέχνη»).

Απο το τίποτα αρχίζουν ολα…

Ανώνυμα

subway-street-photography-love-new-york-stanley-kubrick-8Μπαίνω στο σπίτι, με ένα συναίσθημα, που ενώ είναι συναίσθημα θυμίζει το κενό. Ανοίγω τον υπολογιστή μου, να επικοινωνήσω, να μιλήσω, να κυνηγήσω μερική επαφή με τους φίλους μου. Κενό πάλι. Έτσι θα επικοινωνούμε πια; Ξένες λέξεις, γεμίζουν την οθόνη. Ελλείψεις! Κανένα συναίσθημα που να προκλήθηκε από ατόφια, αγνή, άμεση επαφή. Έστω, βλέμματα! Εκεί φτάσαμε λοιπόν. Να υποθέτουμε μεταβλητές για να βγει η εξίσωση.

Πάντα μετεξεταστέα στα μαθηματικά, τι περιμένετε να σας απαντήσω τώρα; Δεν γνωρίζω, πώς εξισώνεται το συναίσθημα απουσία. Ποτέ δεν ήμουν καλή στον υπολογισμό της μη ύλης και τώρα όλοι μου ζητούν να είμαι άριστη γιατί επέλεξαν να μην υπάρχουν.

Η αλήθεια είναι, πως πάντα αρίστευα στο να μετράω δεδομένα. Χειροπιαστά πράγματα, βρε παιδί μου. Μια αγκαλιά, δυο φιλιά, ένα βλέμμα, δύο σώματα, σε χρειάζομαι και με χρειάζεσαι και τέλος.

Πήραμε λάθος στροφή, αυτό είναι το συμπέρασμα. Κρατήσαμε λίγες ποιητικές λέξεις για να ομορφύνουν την ανεπάρκειά μας και να δώσουν κάμποση μαγεία σε ότι δεν καταφέραμε να κάνουμε. Στο μόνο που δεν ενδώσαμε ποτέ, είναι να αρκούμαστε. Μείναμε, όλοι, με ένα παράπονο και ένα «Άι σιχτίρ».. Θα συναντηθούμε μια μέρα στο δρόμο, μισητοί κι αγαπημένοι και θα γελάμε, θα δεις!

Φτιάχνουμε, φτιάχνουμε, φτιάχνουμε…

Σχέσεις, φιλίες, κύκλους, γνωστούς, οικογένειες… και στο τέλος μένουμε να κοιτάζουμε συντρίμμια. Φτιάχνουμε χωρίς να επενδύουμε. Στηριζόμαστε στον άλλο, χωρίς να εμπιστευόμαστε το υλικό του. Μετά, ξεσπάμε με οργή, σε ότι είναι σταθερό, γιατί κάτι μας τρώει. Ξεκινάμε πάλι με θάρρος, άδειοι πια, χωρίς ούτε ένα δεδομένο. Έτσι, στον αέρα, πάμε να κάνουμε τα καινούρια μας βήματα.

Δε θα τους μοιάσουμε ποτέ. Ξέρεις, σε αυτούς που σκεφτόμαστε το βράδυ, λίγο πριν κλείσουμε τα μάτια και μονολογούμε για το σθένος και το θάρρος τους. Αυτούς, που παραδέχθηκαν πως δεν γίνεται αλλιώς. Δεν γίνεται να μην θες να αλλάξεις το κόσμο κι ας είναι να πετύχεις μόνο μια μόνο δικαιότερη ζωή, για έναν-δύο μόνο ανθρώπους που στάθηκαν τυχεροί.

Γράφω ασυνάρτητα. Γράφω έτσι καιρό τώρα. Χωρίς να γυρίζω πίσω να διορθώσω τα ορθογραφικά, να πιέσω αυτό που ήδη γράφτηκε να γίνει καλύτερο. Στη τελική, με καταλαβαίνετε έτσι; Όπως είναι, το παίρνω, το αγκαλιάζω και το δέχομαι.

Ξέρω, οι μεγάλοι ποιητές έγραφαν και ξανάγραφαν, αφόριζαν και ξεσκαρτάριζαν μέχρι να βρουν το τέλειο. Έσβηναν, έκαιγαν, διάλεγαν. Εγώ δεν είμαι ούτε μεγάλη ούτε ποιήτρια. Δεν έχω εκπαιδευτεί ακόμα στο να σκοτώνω, τόσο απλά, κάτι που έφυγε από εμένα και πήρε ήδη σχήμα.

Που θέλω να καταλήξω;

Δεν ξέρω, απλά θέλω να βγάλω στη φόρα ότι έχω μέσα μου, ότι με διαμορφώνει, για να καταλάβεις… για να με καταλάβεις…

εσύ…

κι εσύ……

κι εσύ…..

Μηδεν.

Ανώνυμα

2256527206_1ab77fae83_o“Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.

Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.

Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

                                                                                       Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,

                                                                                       Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…” -Γ.Σ

Κοίταξε το ρολόι. Μηδέν. Η ώρα του τίποτα. Η ώρα του εδώ και τώρα. Τελευταία το ρολόι έδειχνε μόνιμα μηδέν. Σαν να τον πίεζε για μια απόφαση. Τώρα, δεν έχει χρόνο, πρέπει να μιλήσει. Και ο καιρός περνούσε και δεν είχε βγάλει λέξη ακόμα. Καθόταν εκεί, στη γωνία, κουλουριασμένος σαν έμβρυο, να εκλιπαρεί τον χρόνο. Μα ο χρόνος δεν νικιέται με παρακάλια. Ο θυμός του, σκάλιζε με μανία κάθε του κύτταρο.

-Τώρα.

-Πρέπει.

-Τελειώνει ο χρόνος.

-Μίλα.

-Σειρά σου.

Πήρε τη σκυτάλη. Το παιχνίδι άρχισε. Έπρεπε να παίξει έξυπνα. Γιατί, το ρολόι έδειχνε μηδέν. Κοίταξε λίγο πίσω. Η ιστορία δεν του έλεγε τίποτα πια. Τώρα το παιχνίδι είχε αρχίσει από τον δικό του αιώνα. Ό, τι συνέβη χθες είχε παραγραφεί.

-Παίξε.

Πήρε στα χέρια τις πέτρες και τις πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Το ρολόι μετράει αντίστροφα. ΤΏΡΑ. Η φωτιά ανάβει. Η απάντηση είναι γραμμένη κάτω από τα ρούχα του. Οργή. Η απάντηση θα φαινόταν αργά ή γρήγορα. Όταν το μυαλό του θα έχει πάρει φωτιά. Όταν ο χρόνος θα καίει τον μανδύα που του φόρεσε ο κόσμος, όταν πια θα είναι αργά για να γλιτώσει το τομάρι του. Η απάντηση θα φανεί. Με κόκκινα γράμματα, πάνω στο στήθος του.  Η απάντηση θα φωνάζει “ελευθερία”.

-Τόλμα.

Θυμήθηκε ένα παιχνίδι που έπαιζε μικρός. Θάρρος ή αλήθεια; Το ρολόι δείχνει μηδέν. Ο χρόνος τελείωσε.

-Μίλα.

-Θάρρος.

-Έχεις το θάρρος να αλλάξεις τον κόσμο;

Μόνος στην άκρη του δρόμου. Βλέπει μπροστά, σαν παραίσθηση, την άσφαλτο να τσακίζεται στα δύο. Οι φωτιές σκάνε με μανία στο κενό. Αυτό είναι. Πρέπει να τρέξει. Πρέπει να σωθεί. Αλλά το παιχνίδι είχε αρχίσει. Δεν πρέπει να τα παρατήσει τώρα.

-Αλήθεια.

-Φοβάσαι;

Ρώσικη ρουλέτα. Ανάθεμα, δεν του έμαθαν να ξεχωρίζει το φονικό από τον έρωτα. Ώστε αυτό είναι ζωή; Έτσι τελειώνει; Πέφτει στα γόνατα. Ο κόσμος γύρω του τρέχει να βρει μέρος να κρυφτεί. Το παιχνίδι είχε αρχίσει καιρό τώρα. Αυτός προσκυνάει τα γεγονότα. Εύχεται στο παρελθόν. Τα μάτια καρφωμένα εκεί. Στο ρολόι.

-Κρύψου.

-Φτου και βγαίνω.

Κλέφτες κι αστυνόμοι. Να, πάλι μπέρδεψε το παιχνίδι. Τώρα ο δρόμος είναι γεμάτος βλέμματα και ιδρωμένα χέρια και αγωνία. Κοιτάζει πίσω. Δύο γνώριμες φιγούρες τρέχουν προς το μέρος του. Σαν να ξεχωρίζει τον εαυτό του με ρυτίδες στο πρόσωπό τους. Σαστίζει. Το ρολόι δείχνει μηδέν. Η ώρα που μπερδεύονται οι ηλικίες. Η ώρα που μπερδεύονται οι ζωές. Η ώρα που μέλλον και παρόν μοιάζουν ίδια. Στην τσέπη έχει έναν αναπτήρα. Πρέπει να το τελειώσει εδώ.

-Τώρα.

-Παίξε.

-Δειλέ!

Πήρε φωτιά. Η απάντηση άρχισε να φαίνεται. Οι δείκτες παγώνουν. Τα βλέμματα σαν να έγιναν πιο υγρά. Πέφτει πάλι στα γόνατα. Δεν θα σηκωθεί ξανά. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Χτύπησαν ύπουλα. Η απάντηση δόθηκε.

-Τέλος παιχνιδιού.

Όσο το θρέφεις, το τέρας μεγαλώνει

Ανώνυμα

Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ. Σήμερα, με θύμωσε πιο πολύ το αυταρχικό σου ύφος, ο τρόπος που μιλούσες, τα “θέλω” που ξεστόμιζες. Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ, είδα από τα χείλη σου να ξεφεύγουν τα “θέλω¨ όλων των συνομηλίκων σου. Χθες απλά προσπερνούσα όσα έλεγες, σκεφτόμουν πως είναι η ηλικία, πως θα μάθεις, πως τώρα δεν μπορείς να διαφοροποιηθείς, πως αν
 τολμήσεις να εκφράσεις το διαφορετικό θα μείνεις μόνη σου.  Μέχρι χθες είχα πει στον εαυτό μου όλα αυτά, έψαχνα δικαιολογίες για εσένα, τα έριχνα στη δύσκολη τη ζωή, στα κακά, τα στραβά και τα ανάποδα.

Σήμερα όμως δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Σου φώναξα και σου είπα να συνέλθεις, σου είπα πως με εξοργίζεις. Ξέρω, δεν ήταν σωστός ο τρόπος μου, έλα όμως που σήμερα τρόμαξα με τον παλιότερο ήπιο εαυτό μου. Σήμερα που είδα τον παππού να ξυπνάει με φόβο, να τρέμει ολόκληρος, να λέει: “πάλι τα ίδια έχουμε”, να αγκαλιάζει τη γιαγιά και να κλαίνε με τα μάτια ενωμένα, σήμερα που τον είδα να με κοιτάει απογοητευμένος, σήμερα τρόμαξα που σε άφηνα να γίνεσαι το τέρμα της ιστορίας.

”τι να κάνω εγώ; τι μπορώ να αλλάξω;”, σήμερα ένιωσα σαν παράσιτο που δεν μπορούσα να σου απαντήσω. Κανένα επιχείρημα, καμία κουβέντα. Δεν είχα τι να σου πω σήμερα. Γιατί, μέχρι χθες σε δεχόμουν παθητικά. Βγήκαν ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, γιατροί να δικαιολογήσουν την στάση σου. “Είναι θέμα της ψυχικής κατάστασης του παιδιού σε αυτή την ηλικία, δέχεται πρωτόγνωρες αλλαγές και αντιδρά έτσι= εφηβεία”, “είναι η κοινωνία που οδηγεί τους νέους σε αυτή την απαθή στάση μέσω…”, “είναι οι αλλαγές του οργανισμού που…”. Σε εξήγησαν, σε απενοχοποίησαν, σε έκαναν πρότυπο και τώρα αναπαράγεσαι χωρίς φραγμούς. Ήρθα κι εγώ μετά και σε άφησα να περάσεις, πιστεύοντας σε αυθεντίες.

Αλλά σήμερα δεν βρήκα τι να σου πω. Δεν μπορούσα να δεχθώ οτι υπάρχει  κάτι που να σου επιτρέπει να μιλάς έτσι. Δεν μπόρεσα να το ρίξω στην ηλικία. Γιατί σήμερα άκουγα εμβατήρια από το δωμάτιό σου, σιγοτραγουδούσες εσύ κι εγώ αντί να σου μιλήσω σου είπα να χαμηλώσεις την ένταση. Γιατί σήμερα, σε είδα να ζωγραφίζεις περίεργα σχήματα στον τοίχο σου και αντί να σου δώσω λόγο να τα σβήσεις πήρα μπογιά κι έβαφα από πάνω κι εσύ γέλαγες μέσα σου, ήξερες, θα περάσουν τα χρόνια θα ξεθωριάσει η μπογιά μου, θα ξαναβγεί στην επιφάνεια το σχήμα σου.

Σήμερα, σε είδα να πολλαπλασιάζεσαι. Σε είδα παντού, στο δρόμο, σε αφίσες, στις ειδήσεις, στο σχολείο, στο αμφιθέατρο. Σε είδα μέσα στο σπίτι μου, να τρως παρέα με την μάνα μου. Σε είδα να αγκαλιάζεις ιδεολογίες που δεν γνωρίζεις, μόνο και μόνο επειδή στις πλάσαραν ως λούτρινο αθώο παιχνιδάκι. Με φώναξες να παίξω μαζί σου, να διασκεδάσω με την νέα μόδα κι εγώ έγινα έξω-φρενών και σου είπα πως δεν παίζουμε με τις ζωές. Δεν κατάλαβες πάλι, με είπες κακιά, γύρισες τη πλάτη και απομονωμένος πια, συνέχισες το παιχνίδι.

Σήμερα, σε είδα σε μια εγκυκλοπαίδεια, δίπλα στη λέξη φασισμός. Σε είδα σε φωτογραφίες στις εφημερίδες να φοράς περίεργα χακί ρούχα και (τι περίεργο!) είχες μεγαλώσει απότομα και είχες και ένα περίεργο μικρό μουστάκι που… κάτι μου θύμιζε. Δεν έδωσα σημασία. Είπα θα περάσει, θα ξεχαστεί. Σήμερα όμως, σε είδα να ανεβαίνει ψηλά σε δημοσκοπήσεις, να παίρνεις στα χέρια σου εξουσία που δεν μπορούσα πια να ελέγξω. Σήμερα σε είδα να πετάς τα λούτρινα παιχνίδια και να παίζεις με όπλα. Σήμερα, ξέβαψε η μπογιά. Τώρα φάνηκε το σχήμα για τα καλά. Αύριο ίσως να βάφεις εσύ με μπογιά τα λόγια μου αφού εγώ το μόνο που είχα για εσένα ήταν μια ταμπέλα, μια κορνίζα… Το μόνο που είχα μέχρι χθες ήταν σιωπή, ίσως τώρα να την αξίζω την υπάνθρωπη κραυγή σου….

Τα κάδρα στον τοίχο

Ανώνυμα

Σας έφτιαξα πορτρέτα, όλους εσάς τους φευγάτους ανθρώπους της ζωής μου.
Σας έφτιαξα πορτρέτα και σας κρέμασα στους τοίχους του σπιτιού μου για να σας θαυμάζω, μέρα- νύχτα.

Περπατούσα από παιδί ανάμεσα σας.

Σας καθάριζα, σας άλλαζα κορνίζα για να ταιριάζετε με το χρώμα του τοίχου.

Περπατούσα πάντοτε μπροστά σας κορδωμένη και περήφανη.

Κάποτε, μπούχτισα από τον πολύ καλλωπισμό,
σας έδωσα μια και σπάσατε.

Σαν μικρές γυάλινες μινιατούρες.

Κι εγώ έκατσα χρόνια πάνω από τις σπασμένες φιγούρες,
να σας κλαίω, να σας θρηνώ
και να φωνάζω συγνώμη.

Αποχαιρετισμός.

Ανώνυμα

Πάντα προσπερνούσα τον θάνατο όταν ερχόταν κοντά μου. Ούτε νεύματα, ούτε χαιρετούρες, ούτε ευγένειες, προχωρούσα χωρίς να τον κοιτάξω καν και συνέχιζα τον δρόμο μου. Έρχεται όμως εκείνη η στιγμή, που ο θάνατος κάθεται δίπλα σου, σου πιάνει το χέρι και σε αναγκάζει να τον κοιτάξεις στα μάτια. Δεν είναι απαραίτητο να προκαλέσει εσένα. Φτάνουν δυο μάτια που κλείνουν αργά, φτάνει ένα σώμα που μαραζώνει μπροστά σου και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, φτάνει ένα βλέμμα που αναγνωρίζει το τέλος. Δεν με άγγιζε ποτέ. Έδινε ένα στίγμα, προειδοποιούσε για τα μεγάλα αντίο και σιγά- σιγά ρούφαγε αγαπημένες ανάσες.

Ώσπου, κάποια στιγμή, δεν έλεγε να φύγει. Καθόταν εκεί, στο προσκεφάλι του. Αυτός τον έδιωχνε με μανία, μα ο θάνατος, σαν τον γιατρό που έπρεπε να επιβλέπει τον ασθενή, έμενε δίπλα, προσεκτικός και ήσυχος. Εκείνη, είχε πίστη και υπομονή. Όλο έκανε τον σταυρό της, σαν να ξόρκιζε έτσι την κούραση, σα να υπενθύμιζε στον εαυτό της την βαθιά υποχρέωση να μένει πάντα σε εγρήγορση. Ανελλιπώς, άναβε το κερί πάνω στο παραλήρημα και έκανε τον σταυρό της. Στα κρυφά, αργά το βράδυ, μην και καταλάβει κανένας πως υπάρχουν στιγμές που σπάει, που ραγίζει.

Αυτός, εκεί, ήσυχος και αμίλητος. Όλο και πιο πολύ μαράζωνε. Εγώ, όλο και πιο πολύ έπαψα να πηγαίνω να τον δω. Ένα σώμα, έτοιμο να σπάσει. Μάτια, που σε κοιτάζουν όλο προσμονή για την μεγάλη ώρα του αποχωρισμού. Χέρια που σε αγγίζουν και σε σφίγγουν για να μην φύγεις, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία φορά. Κι εγώ όλο έφευγα και έβρισκα δικαιολογίες. Η σχολή, το διάβασμα, οι δουλειές… Ο φόβος! Ο φόβος μην δω να φεύγει για πάντα. Ο φόβος, μην δω το θάνατο να σηκώνεται από δίπλα του και να τον παίρνει μακριά. Ο φόβος ήταν η μόνη σαφής δικαιολογία που ποτέ δεν ξεστόμισα.

Και μετά, πάλι ήσυχα, αμίλητα, σηκώθηκε αυτός πρώτος, περήφανος πήρε τον θάνατο από το χέρι και του είπε: «Έλα, ώρα να φεύγουμε». Έτσι, ακόμα και με τα μάτια κλειστά έμεινε με το χαμόγελο στα χείλη. Έτσι, ακόμα μια φορά, προστάτευσε το παιδί. Να μην τρομάξει, να μην πληγωθεί…

Να προσέχεις…
Σε παρακαλώ, να προσέχεις…
Πώς σηκώνεις το βάρος, να μένεις άτρωτος, μόνο και μόνο για να εκπληρώσεις την επιθυμία κάποιου, το μεγάλο του άγχος;

Να έρχεσαι… Πότε θα ξανάρθεις;

Έμενε εκεί, να μιλάει σε φωτογραφίες, να κάνει παρέα με τις αναμνήσεις του. Γιατί, εγώ, συγνώμη, βιάστηκα να τρέξω μακριά. Και σε άφησα μόνο που να πάρει. Εγώ, που κρατούσα τα μυστικά σου. Κράτα κι εσύ αυτό… φοβήθηκα. Πατσίσαμε!

Πνιγόμαστε, αδέρφια!

Ανώνυμα

Σήμερα, ναυαγήσαμε όλοι μαζί. Σήμερα, πέσαμε από τα σύννεφα. Μπήκαμε στο σπίτι, ακουμπήσαμε τα πράγματα στη καρέκλα και είπαμε «τα ‘μαθες;». Κάτσαμε να φάμε το μεσημέρι και κοιτάξαμε αποσβολωμένοι την τηλεόραση σιγοψιθυρίζοντας αρμονικά «κρίμα». Το πρωί, πάλι η ζωή κύλησε όπως και χθες και αύριο πάλι θα κυλάει και θα κυλάει και απλά, κάποια μέρα, θα γυρνάμε στο σπίτι, θα υγραίνουμε λίγο τα μάτια, θα ρωτάμε ρητορικά και θα κοιμόμαστε ήσυχοι αφού εμείς «έχουμε την υγειά μας».

Σήμερα, σκέφτομαι τις  ψυχές που χάνονται κάθε χρόνο γιατί έπρεπε να παλέψουν για επιβίωση. Σήμερα, σκέφτομαι σκοτεινά. Προσπαθώ να δικαιολογηθώ και να καταλάβω. Γίνεται να λύσεις το αποτέλεσμα, αν δεν λύσεις την αιτία; Ξαφνικό ενδιαφέρον από όλους. Ναι, να ενδιαφερθούν… ναι, καιρός ήταν…

Αλλά πάλι σκέφτομαι σκοτεινά… να πάμε τώρα που προλαβαίνουμε να κάνουμε κανένα μπανάκι. Πέρα από τα παγκάκια, θα μας βρομίζουν και τις θάλασσες. Βρώμικα μυαλά, βρώμικες ψυχές. Τι να πρωτολύσεις;